Δενδρώδη / θαμνώδη μικρότερης οικονομικής σημασίας: Η Τσικουδιά ή Τερέβινθος ή Αγριοφυστικιά (Pistacia terebinthus L.) | Farmacon

0
167

[ad_1]

Δενδρώδη / θαμνώδη μικρότερης οικονομικής σημασίας: Η Τσικουδιά ή Τερέβινθος ή Αγριοφυστικιά (Pistacia terebinthus L.)

Η Τσικουδιά ή Πιστακία η τερέβινθος ή Κοκκορεβυθιά ή Τερέβινθος ή Τσιτσιρεβιά ή Σμαρδάλι ή Τριμιθιά ή Αγριοφυστικιά κ.ά. (Pistacia terebinthus L., Οικογένεια: Anacardiaceae) είναι ένα κοινό δένδρο της Μεσογειακής λεκάνης με ιδιαίτερη αξία για την καλλιέργεια της κελυφωτής Φυστικιάς (Αιγίνης) για τη χώρα μας, ως το κυριότερο χρησιμοποιούμενο υποκείμενο.

Παλαιότερα είχε ευρεία χρήση σε διατροφικούς σκοπούς και στη βιομηχανία χρωμάτων (παραγωγή νεφτιού, κ.ά.). Απαντάται ως αυτοφυές σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο και με διάφορες ονομασίες.

Πρόκειται περί δίοικου δένδρου ύψους 2-5 μέτρων, που μπορεί να φτάσει τα 10 μέτρα ύψος, με σύνθετα, περιττόληκτα (7-13 φυλλάρια), λεία, σκούρου πράσινου χρώματος στην άνω επιφάνεια και ανοιχτότερου στην κάτω, γυαλιστερά φύλλα (Φωτογραφία 1). Συχνά τα φύλλα της Τσικουδιάς προσβάλλονται από αφίδες (Baizongia pistaciae) και σχηματίζονται ευμεγέθη κηκίδια, τα οποία πολλές φορές εσφαλμένα θεωρούνται ως καρποί. Ανθίζει την περίοδο Μαρτίου – Απριλίου και τα άνθη εκπτύσσονται σε βλαστούς προηγούμενου έτους, σε πλευρικούς, σύνθετους φοβοειδείς βότρυς.

Φωτογραφία 1

Φωτογραφία 1. Φύλλα και καρποί θηλυκού ατόμου Τσικουδιάς, ανηρτημένοι επί του δένδρου.

Ο καρπός της (παράγεται μόνο στα θηλυκά άτομα) είναι φυστικοειδής ράγα, υποσφαιρικού σχήματος, κόκκινου χρώματος στην αρχή, που μετατρέπεται σε μελανοκαστανό κατά την ωρίμανση (Φωτογραφίες 1 και 2).

Φωτογραφία 2

Φωτογραφία 2. Στάδια επεξεργασίας καρπών για φυτωριακή χρήση (με και χωρίς περικάρπιο) και φυτωριακά σπορόφυτα δενδρύλλια Τσικουδιάς.

Από το δένδρο εξάγεται ρητίνη (κρεμεντίνα), που κατόπιν βρασμού παράγει την τερεβινθίνη ή τερεβινθέλαιο, το γνωστό νέφτι, βασικό συστατικό λαδομπογιών και βερνικιών αλλά και πρώτη ύλη για την παραγωγή πράσινου σαπουνιού. Η παραγωγή χημικών διαλυτικών ουσιών σήμερα, καθιστά συνεχώς μειούμενη την παραγωγή νεφτιού από την Τσικουδιά.

Παλαιότερα καταναλώνονταν συχνά οι καρποί της Τσικουδιάς είτε φρέσκοι, είτε αποξηραμένοι και αλατισμένοι υπό τη μορφή ξηρών καρπών. Επίσης μπορεί να παραχθεί (με άλεσμα και έκθλιψη των καρπών) το τερεβίνθιον έλαιον ή τσικουλόλαδο ή τσικουδόλαδο, ένα εύοσμο, παχύ και νόστιμο λάδι, με μεγάλη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και τανίνη, που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και ως καρύκευμα φαγητών. Τα νεαρά φύλλα και βλαστοί χρησιμοποιούνται σε κάποιες περιοχές για την παραγωγή ενός γευστικότατου τουρσιού με την ονομασία τσιτσίραβλα ή τσιτσίραφα, ενώ μαγειρεμένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σαλάτα.

Η κύρια δυναμική χρήση του δένδρου σήμερα όμως, όπως προαναφέρθηκε, είναι η καλλιεργητική του χρήση ως κυριότερο υποκείμενο της κελυφωτής Φυστικιάς (Αιγίνης), σχετικά ανθεκτικό στις φυτόφθορες και πλήθος εδαφικών αντιξοοτήτων. Η Τσικουδιά για χρήση της ως υποκείμενο Φυστικιάς, πολλαπλασιάζεται από τους φυτωριούχους της χώρας μας κυρίως με σπόρο (Φωτογραφία 2), αν και έχει επιτευχθεί και ο αγενής πολλαπλασιασμός της in vitro. Πολλοί φυτωριούχοι προμηθεύονται τους σπόρους από αυτοφυείς πληθυσμούς Τσικουδιάς της νήσου Χίου. Οι πληθυσμοί αυτοί φαίνεται να είναι υβρίδια μεταξύ Pistacia terebinthus х Pistacia palestina και άλλοι είναι πιο συγγενείς βοτανικά με το Pistacia terebinthus ενώ άλλοι με το Pistacia palestina.

[ad_2]

Επίσημη πηγή του άρθρου αυτού είναι η Farmacon

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Παρακαλούμε εισάγετε το σχόλιό σας!
Παρακαλούμε εισάγετε το όνομά σας εδώ