Σποραδικώς εμφανιζόμενοι εντομολογικοί εχθροί οπωροφόρων αλλά εξίσου επιζήμιοι – Τίγρης της αχλαδιάς (Stephanitis pyri) | Farmacon

0
96


Σποραδικώς εμφανιζόμενοι εντομολογικοί εχθροί οπωροφόρων αλλά εξίσου επιζήμιοι - Τίγρης της αχλαδιάς (Stephanitis pyri)

Ο τίγρης της αχλαδιάς και μηλιάς ανήκει στο είδος Stephanitis pyri (Fabricius, 1775) και είναι το κυρίαρχο είδος της οικογένειας στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη και στην Ασία έχουν αναφερθεί ως εχθροί και άλλα δύο είδη, το Corythucha arcuata (Say, 1832) και το Corythucha ciliata (Say, 1832).

Τα έντομα είναι σχεδόν πανομοιότυπα και απαιτείται στερεοσκόπιο και εντομολογική εμπειρία για την αναγνώριση τους. Ακόμη, στην Ελλάδα παρόμοια συμπτώματα προκαλεί και το συγγενές είδος Monosteira unicostata (Mulsant & Rey, 1852)(Golub και Soboleva, 2018; Χατζηχαρίσης και Καζαντζής, 2014 – Αναφορά Δρ. Σ. Κατερίνη). Συνολικά έχουν καταγραφεί 80 είδη τίγρη που ανήκουν στην οικογένεια Tingidae (Catalogue of Life, Retrieved 2018-04-12). Το παρών πόνημα θα ασχοληθεί με το είδος Stephanitis pyri (Fabricius, 1775) (Heteroptera: Tingidae). Φυσικά, πρέπει να αναφερθεί ότι ο τίγρης της αχλαδιάς δεν έχει καμία σχέση με το κουνούπι τίγρης που έχει γίνει τελευταία γνωστό για την μεταφορά ιώσεων μεταξύ των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα είναι περιστασιακά σοβαρός εχθρός της αχλαδιάς και της μηλιάς, μιας και η συχνή χρήση των εντομοκτόνων για τους πολυπληθείς εχθρούς των καλλιεργειών αυτών δεν αφήνει πολλά περιθώρια επιβίωσης στον τίγρη, γι’ αυτό και θεωρείται περιστασιακός. Ωστόσο, συχνές είναι πλέον οι αναφορές για εμφάνιση στην κερασιά, την καρυδιά, την αμυγδαλιά αλλά και τον πλάτανο. Το έντομο είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό σε πλατείες που φύονται πλάτανοι, καθώς το καλοκαίρι το μελίτωμα στάζει κάτω από το δένδρο. Παγκοσμίως θεωρείται σημαντικός εχθρός και για την αζαλέα.

Το έντομο είναι ένα Ημίπτερο. Το σώμα του εντόμου είναι σχετικά επίπεδο και το χρώμα του σκούρο καφέ. Το μήκος του τέλειου είναι 3-4 χιλ. ενώ έχει σχετικά μακριές κεραίες. Ο προθώρακας το εντόμου έχει υαλώδης αποφύσεις με δαντελλοειδή εμφάνιση. Τα ημιέλυτρα του εντόμου έχουν επίσης υαλώδη διχτυωτή εμφάνιση καθώς και δύο μαύρα στίγματα. Η προνύμφη είναι πρασινωπού χρώματος και φέρει πολυάριθμες μακριές μυτερές αποφύσεις περιφερειακά του σώματος. Τα αυγά του εντόμου είναι στενόμακρα και ελαφρώς κυρτά στις άκρες και είναι εγκατεστημένα εξ’ ολοκλήρου μέσα στο φύλλο, σκεπασμένα από το σκοτεινό έκκριμα του εντόμου (Τζανακάκης και Κατσόγιαννος, 2003; Bolu, 2007).

Φωτογραφία 1

Φωτογραφία 1. Αποχρωματισμός άνω επιφάνειας φύλλων κερασιάς, κατόπιν προσβολής από τίγρη.

Το έντομο έχει μέτριας διάρκειας βιολογικό κύκλο και μπορεί να συμπληρώσει 4-5 γενιές το έτος σε θερμές περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, αλλά στην Ελλάδα έχει 3 γενιές (Χατζηχαρίσης και Καζαντζής, 2014). Το έντομο απαιτεί 520 ημεροβαθμούς για μία ολόκληρη γενιά. Το θηλυκό άτομο γεννάει περίπου στα 70-80 αυγά στην επιφάνεια των φύλλων των φυτών ξενιστών. Έρευνες έχουν δείξει ότι ο κύκλος από αυγό σε αυγό στο εργαστήριο απαιτεί 24,3 ημέρες στους 32oC. Ενώ ο πιο αργός βιολογικός κύκλος ήταν στους 20οC από τις θερμοκρασίες που εξετάσθηκαν. Η βέλτιστη θερμοκρασία ανάπτυξης είναι 26οC (Aysal και Kavan, 2008). Η διαχείμαση του εντόμου γίνεται στο στάδιο του αυγού. Τα αυγά εκκολάπτονται την άνοιξη και έπειτα από τα 5 νυμφικά στάδια εμφανίζονται τα ενήλικα. Έπειτα κάθε μήνα έχουμε και μία γενιά. Ωστόσο, η διαχείμαση είναι διαφορετική ανάμεσα στα είδη του τίγρη, για παράδειγμα τα γένη Corythucha (τίγρης του κράταιγου) και Leptodictya (τίγρης του γκαζόν) διαχειμάζουν ως τέλεια σε ομάδες στην κάτω επιφάνεια των φυτών ξενιστών (Sparks et al., 2005).

Οι προνύμφες και τα τέλεια του εντόμου απομυζούν τους χυμούς των φυτών από τα φύλλα που νύσσουν, παράγοντας χαρακτηριστικά κόπρανα σκούρου χρώματος τα οποία στην αρχή είναι υγρά και στην πορεία αφυδατώνονται. Τα φύλλα αποχρωματίζονται στην άνω επιφάνεια, πολύ γρήγορα μετά την έναρξη δράσης του εντόμου, σε ένα γκρι ή ασημί χρώμα μειώνοντας σημαντικά τη φωτοσύνθεση (Φωτογραφία 1). Η κάτω επιφάνεια των φύλλων γεμίζει με δεκάδες ή εκατοντάδες σκούρες βούλες που προέρχονται από τα εκκρίματα του εντόμου και πολλές φορές με τα εκκρίματα αυτά σκεπάζει τα αυγά (Φωτογραφία 2). Τα φυτά γίνονται καχεκτικά και η ποιότητα της παραγωγής μειώνεται σημαντικά. Εξίσου σοβαρή είναι και η οπτική υποβάθμιση των καλλιεργειών για καλλωπιστική χρήση. Ο συγκεκριμένος εχθρός είναι πολύ ύπουλος για την καλλιέργεια των μηλοειδών και πιο συγκεκριμένα στα συστήματα ολοκληρωμένης διαχείρισης αλλά και στα βιολογικά (Rácz και Balázs, 1996). Η γενικότερη τάση σε αυτά τα συστήματα διαχείρισης περί μη χρήσης εντομοκτόνων ευρέως φάσματος με απώτερο σκοπό την προστασία των ωφέλιμων εντόμων προκειμένου να μην αναπτυχθούν άλλοι εχθροί, όπως  οι τετράνυχοι, αφήνει περιθώριο ανάπτυξης μεγάλων πληθυσμών του τίγρη όψιμα το καλοκαίρι.

Φωτογραφία 2

Φωτογραφία 2. Εκκρίματα τίγρη στην κάτω επιφάνεια προσβεβλημένων φύλλων καρυδιάς.

Στη χημική καταπολέμηση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε εγκρίσεις του ΥΠ.Α.Α.Τ. Γενικότερα, μία εφαρμογή εντομοκτόνου ευρέως φάσματος με την εμφάνιση του εντόμου είναι συνήθως αρκετή. Η χημική εφαρμογή είναι η τελευταία λύση σε ένα πρόγραμμα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης. Πρέπει να οριστεί η ανώτερη ανεκτή πυκνότητα του εντόμου καθώς και να εξακριβωθεί η παρουσία ή όχι φυσικών εχθρών. Πλήθος φυσικών εχθρών των εντόμων τίγρη έχει αναφερθεί παγκοσμίως. Το πιο εξειδικευμένο από αυτά θεωρείται το Stethoconus japonicus το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο Maryland των Η.Π.Α. για την βιολογική καταπολέμηση του τίγρη στην αζαλέα. Άλλοι φυσικοί εχθροί είναι οι κοξινελίδες (πασχαλίτσες), αραχνοειδή, χρύσωπες και ημίπτερα (βρωμούσες) (Bailey, 1951; Henry et al., 1986; Sheeley και Yonke, 1977; Neal et al., 1991).

Σχετικές οπτικοακουστικές παραπομπές από τον ελλαδικό χώρο:

Προσβολή φύλλων καρυδιάς από Τίγρη

{youtube}uezavk2pGJk{/youtube}

 

Προσβολή φύλλων κερασιάς από Τίγρη

{youtube}wwTkUg9ZmEU{/youtube}

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aysal T., Kavan M. (2008). Development and population growth of Stephanitis pyri (F.) (Heteroptera: Tingidae) at five temperatures. Journal of Pest Science 81: 135–141.

Bailey N.S. (1951). The Tingoidae of New England and their biology. Entomologica Americana. 31: 1-140.

Bolu H. (2007). Population dynamics of lacebugs (Heteroptera: Tingidae) and its natural enemies in almond orchards of Turkey. Journal of the Entomological Research Society 9: 33-37.

Catalogue of Life. Retrieved 2018-04-12. http://www.catalogueoflife.org/col/browse/tree/id/7b4186671c30ec6eeb7b5e4a80bdcb09.

Golub V., Soboleva V. (2018). Morphological differences between Stephanitis pyri, Corythucha arcuata and C. ciliata (Heteroptera: Tingidae) distributed in the south of the European part of Russia. Zoosystematica Rossica, 27(1): 142–145.

Henry T.J., Neal J.W. Jr., Gott K.M. (1986). Stethoconus japonicus (Heteroptera: Miridae): A predator of Stephanitis Lace Bugs newly discovered in the United States, promising in the biocontrol of the Azalea Lace Bug (Heteroptera: Tingidae). Proc. Entomol. Soc. Wash. 88(4): 722-730.

Neal J.W. Jr., Haldemann R.H., Henry T.J. (1991). Biological control potential of a Japanese plant bug Stethoconus japonicus (Heteroptera: Miridae), an adventives predator of the azalea lace bug (Heteroptera: Tingidae). Ann. Entomol. Soc. Am. 84:287-293.

Rácz V., Balázs K. (1996). Stephanitis pyri (F) as a secondary pest in an IPM apple orchard. Acta Hortic. 422, 382-382, DOI: 10.17660/ActaHortic.1996.422.89.

Sheeley R.D., Yonke T.R. (1977). Biological notes on seven species of Missouri tingids. J. Kansas Ent. Soc. 50(3): 342-356.

Sparks B., Braman K., Nair S. (2005). Control of Lace Bugs on Ornamental Plants. Bulletin 1102, University of Georgia.

Τζανακάκης Μ., Κατσόγιαννος Β. (2003). Έντομα καρποφόρων δέντρων και αμπέλου. Εκδόσεις ΑγροΤύπος Α.Ε.

Χατζηχαρίσης Ι., Καζαντζής Κ. (2014). Η κερασιά και η καλλιέργειά της. Εκδόσεις ΑγροΤύπος Α.Ε., Αθήνα, σελ. 262-263.



Επίσημη πηγή του άρθρου αυτού είναι η Farmacon

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Παρακαλούμε εισάγετε το σχόλιό σας!
Παρακαλούμε εισάγετε το όνομά σας εδώ