Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η συγκαλλιέργεια χειμερινών σιτηρών – ψυχανθών | Farmacon

0
82

[ad_1]

Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η συγκαλλιέργεια χειμερινών σιτηρών - ψυχανθών

Ποια συστήματα εφαρμόζονται στη συγκαλλιέργεια, ποιες οι απαιτήσεις σιτηρών και ψυχανθών και ποιοι είναι οι ιδανικοί συνδυασμοί;

Τι είναι συγκαλλιέργεια και ποια συστήματα εφαρμόζονται;

Συγκαλλιέργεια είναι η ταυτόχρονη καλλιέργεια δύο ή περισσότερων φυτών στον ίδιο αγρό, είτε ταυτόχρονα ή ετεροχρονισμένα, αλλά στην ίδια βλαστική περίοδο. Ανάλογα με τον τρόπο διάταξης των φυτών στον αγρό χωρίζεται σε 4 κατηγορίες:

► Μικτή συγκαλλιέργεια (Mixed intercropping):

Καλλιέργεια δύο ή περισσοτέρων καλλιεργειών μαζί χωρίς καμία ευδιάκριτη ρύθμιση γραμμών.

► Συγκαλλιέργεια σε γραμμές (Row intercropping):

Καλλιέργεια δύο ή περισσοτέρων καλλιεργειών συγχρόνως με τουλάχιστον μία καλλιέργεια σπαρμένη σε γραμμές.

► Συγκαλλιέργεια σε λωρίδες ( Strip intercropping):

Καλλιέργεια δύο ή περισσοτέρων ειδών μαζί σε λωρίδες με αρκετό εύρος μεταξύ τους, ώστε να επιτρέπεται η ικανοποιητική ανάπτυξη και η αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

► Διαδοχική – Κλιμακούμενη συγκαλλιέργεια (Relay intercropping):

γίνεται σπορά της δεύτερης καλλιέργειας σε μία πρώτη καλλιέργεια όταν η πρώτη καλλιέργεια είναι σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης, αλλά πριν συγκομιστεί.

1

Απαιτήσεις σιτηρών και ψυχανθών.

Τα σιτηρά εμφανίζουν διαφορετική αντοχή σε χαμηλές θερμοκρασίες και μεγάλη προσαρμοστικότητα σε εδαφικές συνθήκες, ενώ γενικά απαιτούν για υψηλές αποδόσεις καρπού βαθιά, καλά στραγγιζόμενα και γόνιμα εδάφη. Οι ανάγκες άρδευσης είναι μικρές μιας και οι υδατικές απαιτήσεις για τα ανάπτυξη της καλλιέργειας καλύπτονται από τις χειμερινές και εαρινές βροχοπτώσεις. Τα χειμερινά σιτηρά που χρησιμοποιούνται περισσότερο σε συστήματα συγκαλλιέργειας είναι το κριθάρι, η βρώμη και το σιτάρι.

Τα ψυχανθή έχουν περιορισμένες απαιτήσεις σε Ν (άζωτο) από το έδαφος και προσαρμόζονται σε όλους τους τύπους των εδαφών, από φτωχά έως γόνιμα και από αμμώδη έως αργιλώδη. Εμφανίζουν ανθεκτικότητα σε χαμηλές θερμοκρασίες ενώ σε περιοχές υψηλής υγρασίας εμφανίζουν μικρή ανθεκτικότητα σε μυκητολογικές προσβολές.

Ποιοι είναι οι ιδανικοί συνδυασμοί;

Η συγκαλλιέργεια σιτηρών με ψυχανθή αποτελεί την κυριότερη μορφή συγκαλλιέργειας, μιας και επιτυγχάνει την καλύτερη δυνατή διαχείριση του αζώτου και ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των συγκαλλιεργούμενων ειδών. Τα πιο δημοφιλή είδη είναι το σιτάρι σκληρό (Triticum durum), το κριθάρι (Hordeum vulgare), η βρύζα (Secale cereal), η βρώμη (Avena sativa) με ψυχανθή όπως ο βίκος (Vicia sativa), το κτηνοτροφικό κουκί (Vicia faba), το κτηνοτροφικό μπιζέλι (Pisum arvense). για την παραγωγή ενσιρωμάτων χόρτου ή καρπού για κτηνοτροφική χρήση.

Περισσότερο συνηθισμένα παραδείγματα συγκαλλιέργειας είναι αυτά των ετησίων ψυχανθών βίκου ή κτηνοτροφικού μπιζελιού, με ένα μικρό κτηνοτροφικό σιτηρό, όπως είναι το κριθάρι ή η βρώμη, διότι σπέρνονται την ίδια εποχή με αυτά, αλλά και έχουν ανάλογη με αυτά ανάπτυξη μέχρι το ξεστάχυασμά τους, ενώ στη συνέχεια αναπτύσσονται γρήγορα και παρέχουν την απαραίτητη στήριξη στο βίκο και το μπιζέλι, όπου ομοίως αναπτύσσονται γρήγορα. Η συγκαλλιέργεια αυτή, εξυπηρετεί κυρίως τις ακόλουθες δύο σκοπιμότητες: Πρώτα, αντιμετωπίζεται ως ένα σημαντικό βαθμό το μειονέκτημα του πλαγιάσματος των φυτών του βίκου ή του κτηνοτροφικού μπιζελιού, όταν αυτά καλλιεργούνται αμιγή. Αποτέλεσμα της μονοκαλλιέργειας βίκου ή κτηνοτροφικού μπιζελιού είναι οι διάφορες ευρωτιάσεις και οι σήψεις μέρους της βλάστησής τους, το οποίο έρχεται σε επαφή με το υγρό έδαφος, αλλά και ορισμένες σημαντικές απώλειες χόρτου κατά τη συγκομιδή με τα θεριστικά μηχανήματα. Αντίθετα, στη συγκαλλιέργεια με φυτά που στέκονται όρθια, ο βίκος ή το μπιζέλι στηρίζονται σ’ αυτά με τις έλικές τους και δεν πλαγιάζουν. Επομένως μειώνονται οι απώλειες και διευκολύνεται η συγκομιδή τους. Επιπλέον, η ενσίρωση χόρτου αμιγούς ψυχανθούς, όπως τα ανωτέρω, είναι δύσκολη επειδή τα χόρτα των ψυχανθών ενώ είναι πλούσια σε πρωτεΐνες και άλλα επιθυμητά θρεπτικά συστατικά, δεν περιέχουν τόσους υδατάνθρακες όσοι χρειάζονται για την καλή πορεία της ενσίρωσης (τροφή βακτηριδίων της γαλακτικής ζύμωσης και αποφυγή προσθήκης διαφόρων σακχαρούχων ουσιών, όπως η μελάσσα, αποφυγή προσθήκης αποστειρωτικών ουσιών κλπ.). Όμως, με τη συγκαλλιέργεια με σιτηρό, εξασφαλίζονται οι απαραίτητες ποσότητες υδατανθράκων αφ’ ενός, αλλά και η συνολική ποσότητα χλωρού χόρτου που παράγεται είναι μεγαλύτερη (ΠΙΝΑΚΑΣ 1).

ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Συνδυασμοί αγρωστώδους-ψυχανθούς για παραγωγή ενσιρώματος ή σανού (Eskandari et al, 2009)

Σιτηρό

Ψυχανθές

Κριθάρι

Βίκος, μπιζέλι, κουκιά, σόγια, λαθούρι,
τριφύλλι Περσίας

Βρώμη

Βίκος, μπιζέλι, κουκιά, λαθούρι, σόγια

Σιτάρι

Σόγια, μπιζέλι, κουκιά, τριφύλλι λευκό

Τριτικάλε

Σόγια, μπιζέλι, λαθούρι, κουκιά

Τι πλεονεκτήματα προσφέρει η συγκαλλιέργεια;

1. Βιολογική δέσμευση

Είναι η διάσπαση του μορίου N2 (στοιχειακό άζωτο με διπλό δεσμό N=N) και στη συνέχεια για την αναγωγή του σε ΝΗ3 ή οξείδωσή του σε ΝΟ3, που είναι και οι μόνες μορφές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τα φυτά. Η βιολογική δέσμευση αζώτου στη φύση, είναι προτέρημα μόνο ελαχίστων προκαρυωτικών οργανισμών, που έχουν τις γενετικές πληροφορίες για να συνθέσουν το ένζυμο νιτρογενάση. Οι οργανισμοί αυτοί είναι μερικά βακτήρια και κυανοφύκη, που είτε ζουν ελεύθερα ή συμβιωτικά, είτε συνεργάζονται με μερικά ανώτερα φυτά. Τα είδη Rhizobium έχουν την ικανότητα να επικρατούν και να σχηματίζουν φυμάτια είτε στην κύρια ρίζα ή στις πλευρικές των ψυχανθών. Κάθε είδος ψυχανθούς προτιμάει να συμβιώσει, με ένα ορισμένο είδος βακτηρίου του γένους Rhizobium (ΠΙΝΑΚΑΣ 2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2. Rhizobium – Ψυχανθές.

Είδος Rhizobium

Είδος Ψυχανθούς

Rhizobium japonicum

Σόγια

Rhizobium lupini

Λούπινα

Rhizobium trifollii

Τριφύλλι

Rhizobium leguminosarum

Μπιζέλια, κουκιά, λαθούρια, φακές

Rhizobium phaseoli

Φασόλια

Rhizobium meliloti

Μηδική, μελίλωτοι, τριγονέλλα

Rhizobium spp

Lespudeza

Η αναγνώριση της συγγένειας μεταξύ ενός ψυχανθούς και ενός είδους της φυλής του Rhizobium, γίνεται με τις φυτικές πρωτεΐνες, τις λεκτίνες, που σχηματίζουν σύμπλοκα με υδατάνθρακες στο κυτταρικό τοίχωμα του βακτηρίου και μόνο τότε το βακτήριο προσβάλλει το ριζικό τριχίδιο καθώς εισέρχεται μέσα στα κύτταρα. Εκεί τα βακτήρια τοποθετούνται σε μια γραμμή, περιβάλλονται από κυτταρίνη και πηκτίνη και αναπτύσσονται οι λεγόμενες ινών προσβολής. Αυτές οι ίνες προσβολής, εκτείνονται μέχρι τα κύτταρα του φλοιού της ρίζας και ελευθερώνουν τα βακτήρια, με μεγαλύτερο και διαφορετικού σχήμα απ’ ότι ήταν στο έδαφος (μεταμόρφωση). Τα φυμάτια σχηματίζονται από τα κύτταρα με πολλαπλασιασμό και αύξηση του μεγέθους τους (εξόγκωση). Το ένζυμο νιτρογενάση, είναι απαραίτητο ως καταλύτης στην βιολογική δέσμευση του ατμοσφαιρικού Ν2 και σχηματίζεται όταν τα βακτήρια μεταμορφώνονται, μέσα στα κύτταρα της ρίζας. Τότε, σχηματίζεται στα φυμάτια, η αιμογλοβίνη, απαραίτητη για τον έλεγχο της συγκέντρωσης του Ο2 (που χρειάζεται για το σχηματισμό ΑΤΡ) έτσι ώστε αυτή να μην φθάσει σε επίπεδα τέτοια που θα αδρανοποιούσαν ή θα κατέστρεφαν το απαραίτητο ένζυμο νιτρογενάση. Το χρώμα εσωτερικά στα φυμάτια, είναι πορφυρό εξ’ αιτίας της αιμογλοβίνης. Η πρώτη ουσία που παράγεται από τη βιολογική δέσμευση του Ν2 είναι η ΝΗ3. Το ένζυμο νιτρογενάση που καταλύει τη δέσμευση του αζώτου, αποτελείται από δύο μέρη-πρωτεΐνες, μία Fe πρωτεΐνη και μία Mo-Fe πρωτεΐνη.

Για να συμβεί η δέσμευση του Ν, χρειάζεται να γίνει εμβολιασμός του σπόρου με το βακτήριο είτε με επικάλυψη με ένα λευκό στρώμα από το βακτήριο σε ειδικά μηχανήματα, είτε με ανάμιξη του σπόρου με ένα διάλυμα του βακτηρίου σε νερό και προσκολλητική ουσία. Στον εμβολιασμό του σπόρου δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις ουσίες που χρησιμοποιούνται, να μην είναι βλαπτικές για το βακτήριο γιατί είναι ευαίσθητο. Ο εμβολιασμός του χωραφιού γίνεται με διασκορπισμό του βακτηρίου (ειδικότερα με διασκορπισμό του σκευάσματος που φέρει το βακτήριο), με κάποιο τρόπο (π.χ. ψεκασμός). Ο εμβολιασμός του χωραφιού με το βακτήριο γίνεται μία φορά, καθώς διατηρεί τον πληθυσμό του για αρκετά χρόνια. Στην πράξη όμως, καλό είναι να γίνεται εμβολιασμός του χωραφιού κάθε χρόνο κατά τη σπορά. Στο εμπόριο κυκλοφορούν σκευάσματα βακτηρίου για εφαρμογή στο χωράφι σε τρεις μορφές: Κοκκώδης, σκόνη και κατεψυγμένη καλλιέργεια βακτηρίων. Σε χωράφια που καλλιεργήθηκε ψυχανθές, υπάρχει το αντίστοιχο βακτήριο, οπότε και δεν χρειάζεται εμβολιασμός.

2. Βελτίωση εδάφους – αειφορική διαχείριση των αγροοικοσυστημάτων

Το ψυχανθές βελτιώνει τη γονιμότητα και το ποσοστό της οργανικής ουσίας του εδάφους, τις φυσικές ιδιότητές του όπως η δομή και η υφή και δεσμεύει το ατμοσφαιρικό άζωτο, γεγονός που επιτρέπει την εξάλειψη της αζωτούχου λίπανσης. Επομένως μπορεί να ενσωματωθεί για χλωρή λίπανση. Κατά την εφαρμογή των συστημάτων συγκαλλιέργειας τα καλλιεργούμενα είδη εκμεταλλεύονται καλύτερα τους πόρους του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα η απόδοση της καλλιέργειας να αυξάνει και να διατηρείται η χλωρίδα, η μικροπανίδα και η βιοποικιλότητα του αγροοικοσυστήματος. Επιπλέον, η συγκαλλιέργεια προάγει την αποθήκευση νερού και θρεπτικών στοιχείων των οποίων η πρόσληψη από τα συγκαλλιεργούμενα είδη γίνεται πιο αποτελεσματικά και ορθολογικά. Τέλος η συνολική κάλυψη του εδάφους από τα συγκαλλιεργούμενα είδη είχε σαν αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση του κινδύνου διάβρωσης του εδάφους, σε προβληματικά και υποβαθμισμένα εδάφη, παράδειγμα η συγκαλλιέργεια σιταριού με κτηνοτροφικά κουκιά.

3. Αποφυγή χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων

   Στα διάφορα συστήματα συγκαλλιέργειας ελαχιστοποιούνται οι ανάγκες των καλλιεργειών σε λιπάσματα καθώς και προϊόντα φυτοπροστασίας. Το πιο φανερό και άμεσο όφελος είναι η μείωση του κόστους εφαρμογής των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αντισταθμίζει το κόστος εγκατάστασης της καλλιέργειας του ψυχανθούς. Η χρήση εντομοκτόνων και μυκητοκτόνων ελαχιστοποιείται λόγω της μειωμένης προσβολής από ασθένειες και εχθρούς. Ο συνδυασμός ορισμένων ειδών σε συγκαλλιέργεια μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση ασθενειών και εντόμων. Επιπλέον στα συστήματα συγκαλλιέργειας η καταπολέμηση των ζιζανίων γίνεται με φυσιολογικό τρόπο, διότι φαινόμενα ανταγωνισμού και αλληλοπάθειας δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη των ζιζανίων.

4. Υψηλή θρεπτική αξία

Οι πρωτεΐνες όλων των ψυχανθών είναι σχετικά πτωχές σε αμινοξέα που περιέχουν θείο και σε τρυπτοφάνη, αλλά η περιεκτικότητα σε λυσίνη είναι μεγαλύτερη από εκείνη της πρωτεΐνης των σιτηρών. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω αμινοξέα, θεωρείται ότι οι πρωτεΐνες των σιτηρών και ψυχανθών είναι συμπληρωματικές από θρεπτική άποψη στη διατροφή του ανθρώπου και στα σιτηρέσια των ζώων. Παρατηρείται βελτίωση της συγκέντρωσης πρωτεΐνης στους σπόρους των σιτηρών και σε άλλα θρεπτικά συστατικά, καθιστώντας αυτούς πιο πλούσιους σε πρωτεΐνες προσδίδοντας υψηλότερη διατροφική αξία στο συγκομισμένο προϊόν τη συγκαλλιέργειας. Ακόμη, η συγκαλλιέργεια σιτηρών με ψυχανθή διευκολύνει την πρόσληψη, μέσω των σιτηρών, των θρεπτικών στοιχείων όπως του σιδήρου και του ψευδαργύρου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τον εμπλουτισμό των σπόρων των σιτηρών με τα στοιχεία αυτά, αυξάνοντας κατά τον τρόπο αυτό τη θρεπτική αξία των παραγόμενων προϊόντων της συγκαλλιέργειας.

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

Η συγκαλλιέργεια χειμερινών σιτηρών και ψυχανθών αποτελεί μια μέθοδο καλλιέργειας κατά την οποία πέραν της αύξησης της απόδοσης ανά μονάδα επιφάνειας και τη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων (αύξηση συγκέντρωσης πρωτεϊνών στους καρπούς των σιτηρών, παραγωγή προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας), έχει σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη χρησιμοποίηση των εισροών (λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικών προϊόντων). Αφενός μέσω της διαδικασίας της αζωτοδέσμευσης η οποία λαμβάνει χώρα στο ριζικό σύστημα των ψυχανθών, εξασφαλίζεται η τροφοδοσία των αγρωστωδών φυτών με άζωτο, το θρεπτικό δηλαδή στοιχείο τα οποίο έχει περιοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των φυτών. Η μειωμένη κατεργασία, σε συνδυασμό με τα φυτά εδαφοκάλυψης παρέχει την δυνατότητα για την μείωση του κόστους παραγωγής. Η υιοθέτησή της από τους παραγωγούς μπορεί να επιφέρει αύξηση στην απόδοση ή να την διατηρήσει στα ίδια επίπεδα. Μακροπρόθεσμο όφελος είναι η δημιουργία υγιών εδαφών, τα οποία ανακυκλώνουν καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά, συγκρατούν περισσότερο νερό, δεν διαβρώνουν το έδαφος και παράγουν καλλιέργειες που αποδίδουν περισσότερο. Τέλος, η κατάλληλη συγκαλλιέργεια χειμερινών σιτηρών και ψυχανθών είναι εφικτό να αποφέρει στους παραγωγούς κέρδος εφαρμόζοντας τους χειρισμούς που απαιτεί.

Αυξάνεται πάντα η απόδοση στη συγκαλλιέργεια σε σύγκριση με τη μονοκαλλιέργεια;

Η απόδοση συστημάτων συγκαλλιέργειας χειμερινών σιτηρών με ψυχανθή έχει μελετηθεί από πολλούς ερευνητές ανά τον κόσμο, λόγω της μεγάλης οικονομικής σημασίας που παρουσιάζει αλλά και των χαμηλών εισροών που χρησιμοποιούνται (Ghanbari Bonjar and Leet, 2003, Agegnehu et al., 2008, Anil et al., 1998, Lithourgidis et al. 2011, Berkenkamp and Meeres, 1987, Jedel and Helm, 1993, Caballero et al., 1995, Carr et al., 2004, Lithourgidis et al., 2007, Ghanbari- Bonjar and Lee, 2003, Strydhorst et al., 2008, Lithourgidis and Dordas, 2010, Dordas et al., 2012). Η απόδοση αξιολογείται κυρίως ως προς την απόδοση (kg / μονάδα επιφάνειας) σε καρπό και σε χλωρή μάζα, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αποδόσεις σε συστήματα μονοκαλλιέργειας. Γίνεται προσπάθεια εξεύρεσης των πιο κατάλληλων συνδυασμών, ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της απόδοσης, μεταξύ των χρησιμοποιούμενων ειδών του μίγματος συγκαλλιέργειας. Μια σειρά ερευνών, υπολογίζοντας τις παραπάνω παραμέτρους, μελέτησε την αποδοτικότητα σε καρπό και χλωρή μάζα της συγκαλλιέργειας χειμερινών σιτηρών και ψυχανθών σε σχέση με την αποδοτικότητα αυτών σε συστήματα μονοκαλλιέργειας (Dhima et al., 2007, Gooding et al., 2007, Trydeman et al., 2004, Reynolds et al., 1994, Ghanbari Bonjar A. et al., 2003). Σε συστήματα συγκαλλιέργειας έχουν παρατηρηθεί μεγαλύτερες αποδόσεις και σε άλλα έχουν παρατηρηθεί μικρότερες αποδόσεις. Πιο συγκεκριμένα, σε συγκαλλιέργεια κριθαριού με κτηνοτροφικό μπιζέλι, οι αποδόσεις σε καρπό δεν ήταν μεγαλύτερες από τη μονοκαλλιέργεια κριθαριού ή τη μονοκαλλιέργεια μπιζελιού και στους δύο τύπους εδάφους που δοκιμάστηκαν (αμμοπηλώδες και αμμώδες) ενώ σε συγκαλλιέργεια κριθαριού με κτηνοτροφικά κουκιά, η απόδοση ήταν μεγαλύτερη  από αυτήν της μονοκαλλιέργειας κτηνοτροφικών κουκιών (Trydeman Knudsen et al., 2004). Παρόμοια αποτελέσματα είχε και η συγκαλλιέργεια βίκου με σιταρόβρυζα και βίκου με βρώμη. Είχε την ίδια απόδοση σε χλωρή μάζα με την μονοκαλλιέργεια βίκου, ενώ οι αποδόσεις της σιταρόβρυζας και στις δύο αναλογίες στα μίγματα με βίκο, ήταν μικρότερες από την απόδοση σε μονοκαλλιέργεια σιταρόβρυζας (Lithourgidis et al., 2006).

Σε πείραμα συγκαλλιέργειας κριθαριού και σιταριού με βίκο προκύπτει ότι σε δύο μεταχειρίσεις συγκαλλιέργειας βίκου με κριθάρι (σε αναλογίες μίγματος 55% / 45% και 65% / 35%), η παραγωγή βιομάζας ήταν αυξημένη κατά 29,9 % και 13,3 % αντίστοιχα σε σχέση με την μονοκαλλιέργεια βίκου, όμως μειωμένη κατά 12,2 % και 23,4 % αντίστοιχα σε σχέση με την παραγωγή βιομάζας κατά την μονοκαλλιέργεια κριθαριού (Lithourgidis et al., 2006). Επιπλέον κατά τη συγκαλλιέργεια βίκου με σιτάρι σε αναλογία 55% / 45% η παραγωγή ξηρής μάζας ήταν αυξημένη κατά 25,7 % από την παραγωγή που έδωσε η μονοκαλλιέργεια βίκου. Από τη συσχέτιση των αποδόσεων προκύπτει ότι η σχετική απόδοση του βίκου ήταν μικρότερη σε συγκαλλιέργεια με κριθάρι από αυτή κατά τη συγκαλλιέργεια με σιτάρι (Lithourgidis et al., 2006). Επιπλέον η σχετική απόδοση του κριθαριού ήταν μεγαλύτερη από αυτήν του σιταριού στα συστήματα συγκαλλιέργειας με βίκο. Η μεγαλύτερη συνολική σχετική απόδοση προέκυψε σε συγκαλλιέργεια βίκου με σιτάρι σε αναλογία 55% / 45%, αποτέλεσμα που αποδεικνύει τα οφέλη της συγκαλλιέργειας όταν ο ανταγωνισμός μεταξύ των ειδών ελαχιστοποιείται και οι συνθήκες ανάπτυξης εξυπηρετούν την ευνοϊκή ανάπτυξη των ειδών του μίγματος που συγκαλλιεργούνται (Lithourgidis et al., 2006).

Ο δείκτης LER (Land Equivalent Ratio) υποδεικνύει τη βιολογική απόδοση και απόδοση ανά μονάδα επιφάνειας γης σε σύγκριση με το σύστημα μονοκαλλιέργειας. LER > 1,0 υποδηλώνει ότι για το συγκεκριμένο συνδυασμό καλλιεργειών, η συγκαλλιέργεια απέδωσε περισσότερο από την αύξηση του ίδιου αριθμού εκτάσεων κάθε καλλιέργειας με τις μονοκαλλιέργειες. LER < 1,0 υποδηλώνει ότι η συγκαλλιέργεια ήταν λιγότερο ευεργετική από ότι η μονοκαλλιέργεια.

Σε συγκαλλιέργεια μαλακού σιταριού με ρεβίθι βρέθηκε ότι o δείκτης LER ήταν μεγαλύτερος από τη μονάδα σε όλες τις μεταχειρίσεις συγκαλλιέργειας μαλακού σιταριού με ρεβίθι (Banik et al., 2006). Επίσης σε συγκαλλιέργεια κριθαριού με εδώδιμο μπιζέλι βρέθηκε ότι οι τιμές του δείκτη LER είναι μεγαλύτερες του 1, δηλαδή τιμές 1,08 < LER < 1,21 κάτι που σημαίνει ότι οι παράγοντες του περιβάλλοντος αξιοποιήθηκαν καλύτερα και αυξήθηκε η απόδοση κατά 8 έως 21 % στα συστήματα συγκαλλιέργειας των παραπάνω ειδών από ότι κατά την μονοκαλλιέργεια αυτών (Haauggard et al., 2005). Αντίθετα σε συγκαλλιέργεια κριθαριού με κτηνοτροφικό μπιζέλι και βρώμης με κτηνοτροφικό μπιζέλι, έδειξαν ότι η συγκαλλιέργεια δεν επηρέασε σημαντικά την απόδοση του αγρωστώδους (κριθάρι ή βρώμη) όταν αυτό σπέρνεται σε ανάλογες ποσότητες με την μονοκαλλιέργεια, σε σχέση με αυτή που λαμβάνεται σε μονοκαλλιέργεια του αγρωστώδους. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η αναλογία του μπιζελιού στο μίγμα δεν επηρεάζει σημαντικά την απόδοση κατά τη συγκαλλιέργεια. Συνεπώς η απόδοση εξαρτάται περισσότερο από το αγρωστώδες που συμμετέχει στο μίγμα (Carr et al., 1998).

Ανακεφαλαιώνοντας, από τις παραπάνω εργασίες προκύπτει ότι κατά την συγκαλλιέργεια χειμερινών σιτηρών με ψυχανθή δεν αυξάνεται πάντα η απόδοση των συστατικών του μίγματος σε σπόρο ή χλωρή βιομάζα σε σχέση με την μονοκαλλιέργεια των ειδών αυτών. Αντίθετα μπορεί να μειωθεί λόγω του ανταγωνισμού ή της αλληλοπάθειας των συστατικών του μίγματος. Επίσης στις περισσότερες εργασίες βρέθηκε αυξημένος ο δείκτης LER, που εμφάνισε τιμές μεγαλύτερες της μονάδας (LER > 1), κάτι που αποδεικνύει ότι σε συστήματα συγκαλλιέργειας χειμερινών σιτηρών με ψυχανθή, η συνολική απόδοση των δυο συγκαλλιεργούμενων ειδών είναι μεγαλύτερη από τις επιμέρους αποδόσεις αυτών σε εφαρμογή τους σε συστήματα μονοκαλλιέργειας, ανά μονάδα επιφάνειας γης. Αυτό οφείλεται στην καλύτερη εκμετάλλευση των πόρων του περιβάλλοντος από τα συγκαλλιεργούμενα φυτά με θετικά οικονομικά αποτελέσματα και λιγότερες δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις στη διαχείριση των αγροοικοσυστημάτων.


Βιβλιογραφία

Agegnehu G., Ghizaw A., Sinebo W., 2008, “Yield potential and land-use efficiency of wheat and faba bean mixed intercropping”, Agronomy for Sustainable Development 28, pp 206-262.

Anil L., Park J., Phipps R.M., Miller F.A., 1998, “Temperate intercropping of cereals for forage a review of the potential for the growth and utilization with particular reference to the U.K.”, Department of agriculture, page 302

Banik P., Midya A., Sarkar B., Ghose S., 2006, “Wheat and chickpea intercropping systems in an additive series experiment”, Advantages and weed smothering, European Journal of Agronomy vol 24, pp 325-332

Carr P., Martin G., Caton J., Poland W., 1998, “Forage and Nitrogen Yield of Barley–Pea and Oat–Pea Intercrops”, Agronomy Journal vol 90, pp 82- 83

Dhima K.,Lithourgidis A., VasilakoglouI., Dordas C., 2007, “Competition indices of common vetch and cereal intercrops in two seeding ratio”, Field Crop Research vol 100, pp 250, 251, 254

Dordas C. A., Vlachostergios D. N., A. S. Lithourgidis 2012,”Growth dynamics and agronomic-economic benefits of pea-oat and pea-barley intercrops”, Crop and Pasture Science 63, pp 45 – 52.

Eskandari Hamdollah, Ghanbari Ahmad, Javanmard Abdollah, 2009, Intercropping of Cereals and Legumes for Forage Production, Notulae Scientia Biologicae, 1: 7-13

Ghanbari Bonjar A., Leet H., 2003,”Intercropped wheat (Triticum aestivum L.) and bean (Vicia faba L.) as a whole-crop forage: effect of harvest time on forage yield and quality”, Grass and Forage Science vol 58, pp 33, 35

Gooding M., Kasyanova E., Ruske R., Hauggaard H., Jensen E., Dahlmann C., Von Fragstein P., Dibet A., CorreHellou G., Crozat Y., Pristeri A., Romeo M., Monti M., Launay M., 2007,”Intercropping with pulses to concentrate nitrogen and Sulphur in wheat”, Journal of Agricultural Science vol 145, pp 472- 478

Hauggaard H., Jornsggaard B., Kinane J., Jensen E., 2007,”Grain legume–cereal intercropping: The practical application of diversity, competition and facilitation in arable and organic cropping systems”, Renewable Agriculture & Food Systems vol 23, pp 3- 4, 6- 11

Jensen E., 2006, “Intercropping of cereals and grain legumes for increased production, weed control, improved product quality and prevention of N-losses in European organic farming systems”, Riso National Laboratory, Roskilde, Denmark, pp 4, 5, 6, 189- 190

Lithourgidis A., Vasilakoglou I.,Dhima K.,Dordas C., Yiakoulaki M., 2006, “Forage yield and quality of common vetch mixtures with oat and triticale in two seeding ratios”, Field Crop Research vol 99, pp 109- 112

Lithourgidis, A.S., D.N. Vlachostergios, C.A. Dordas, C.A. Damalas 2011,” Dry matter yield, nitrogen content, and competition in pea-cereal intercropping systems”, European Journal of Agronomy vol 34, pp 287–294

Lithourgidis A., Dordas C., Damalas C., Vlachostergios D., 2011, “Annual intercrops: an alternative pathway for sustainable agriculture”, Australian Journal of Crop Science vol 5, pp 397-401.

Malezieux E., Crozat Y., Dupraz C., Laurans M., Makowski D., Lafontaine H., Rapidel B., Tourdonett S., Morison M., 2009,”Mixing plant species in cropping systems: concepts, tools and models”, A review, Agronomy for Sustainable Development vol 29, pp 44-47.

Onwueme I. C. and Sinha T. D., 1991, Field Crop Production in the Tropical Africa. CTA ede, Netherlands. 1-Organic Farming – European Commission.

Reynolds M., Sayre K., Vivar H., 1994,”Intercropping wheat and barley with Nfixing legume species: a method for improving ground cover, N-use efficiency and productivity in low input systems”, Journal of Agricultural Science vol 123, pp 175, 180- 183

StrydhorstS., King J., Lopetinsky K., Harker K., 2008,”Forage Potential of Intercropping Barley with Faba Bean, Lupin, or Field Pea”, Agronomy Journal vol 100, pp 186- 188.

Trydeman Knudsen M., Hauggaard H., Jornsgard B., Steen Jensen E., 2004,“Comparison of interspecific competition and N use in pea–barley, faba bean–barley and lupin–barley intercrops grown at two temperate locations”, Journalof Agricultural Science vol 142, pp 617- 618, 621- 625

Zuo Y., Zhang F., 2009, “Iron and zinc biofortification strategies in dicot plants by intercropping with gramineous species”, A review, Agronomy for Sustainable Development vol 29, pp 63- 64, 69- 70

Γεώργιος Αθ. Παλάτος και Ιωάννης Β. Κυρκενίδης, Θεσσαλονίκη 2006, Εργαστηριακές σημειώσεις του μαθήματος « Χειμερινά σιτηρά και ψυχανθή »

Δέσποινα Παπακώστα-Τασοπούλου, Θεσσαλονίκη 2012, Ειδική γεωργία σιτηρά & ψυχανθή, Εκδόσεις Σύγχρονη Παιδεία, Σελίδα: 46,1 3.1.2 Θρεπτική αξία και αντιθρεπτικοί παράγοντες

Ντοανίδου Συμέλα, Βόλος 2006, Πτυχιακή Εργασία με θέμα «Εξέλιξη παραγωγής βιομάζας δυο σιτηρών (σιτάρι, κριθάρι) και δυο ψυχανθών (βίκος, κτηνοτροφικό μπιζέλι) για χλωρή λίπανση στην περιοχή του Βελεστίνου το έτος 2006», Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σχολή Γεωπονικών Επιστημών Τμήμα Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος

Πολύμερος, Κ. και Κ. Μάττας. 2002. Διερεύνηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού βαμβακιού στη διεθνή αγορά. Γεωτεχνικά Επιστημονικά Θέματα, Σειρά I, Τόμος 13, 4/2002, σσ: 56-62.

Χατζηαντωνίου Σταυρούλα, Καλαμάτα 2010, Πτυχιακή Εργασία με θέμα «Μηχανική επεξεργασία χορτοδοτικών φυτών», Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Καλαμάτας Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας Τμήμα Φυτικής Παραγωγής.

Χατζηγεωργίου Ιωάννης, Συγκαλλιέργεια ψυχανθών με σιτηρά για παραγωγή ζωοτροφών, Εργαστήριο Φυσιολογίας Θρέψεως και Διατροφής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

[ad_2]

Επίσημη πηγή του άρθρου αυτού είναι η Farmacon

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Παρακαλούμε εισάγετε το σχόλιό σας!
Παρακαλούμε εισάγετε το όνομά σας εδώ